ΓΥΡΩ στις 8 το βράδυ στις 23 Νοεμβρίου πέρυσι, έφτασα στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Αθήνας με έναν συνάδελφο, τον Γιώργο Βεντούρη. Επρόκειτο να πάμε στο Ντουμπάι, στα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα, για να επιθεωρήσουμε ένα από τα πλοία της εταιρίας στην οποία εργάζομαι. Για αρκετά χρόνια είμαι αρχιμηχανικός στην εταιρία μας, και σ’ αυτή την εργασία που μου ανέθεσαν, ο Γιώργος επρόκειτο να με βοηθήσει.

Θα ταξιδεύαμε για το Ντουμπάι μέσω Καΐρου με την Αιγυπτιακή Αεροπορική Πτήση 648. Αφού περάσαμε από τα διάφορα σημεία ελέγχου, φτάσαμε στο αεροσκάφος, ένα Μπόινγκ 737. Επειδή είχαμε λίγες μόνο αποσκευές τις οποίες τις κρατούσαμε στα χέρια, μπορέσαμε να μπούμε σχετικά νωρίς στο αεροπλάνο. Αν θυμάμαι καλά, ήμαστε στην έβδομη σειρά, στις θέσεις Α και Β.

Τελικά, όταν όλοι επιβιβάστηκαν, απογειωθήκαμε όπως είχε προγραμματιστεί λίγο μετά τις 9 το βράδυ. Το αεροπλάνο δεν ήταν τελείως γεμάτο, και οι επιβάτες ήταν λιγότεροι από εκατό. Λίγο μετά την απογείωση οι αεροσυνοδοί ετοιμάστηκαν να σερβίρουν αναψυκτικά. Πρέπει να είχαν περάσει γύρω στα 25 λεπτά από τη στιγμή που ξεκινήσαμε όταν κάποιος άντρας εμφανίστηκε μπροστά από την πόρτα του πιλότου. Κρατούσε ένα όπλο στο ένα χέρι και μια πράσινη χειροβομβίδα στο άλλο, και άρχισε να φωνάζει δυνατά στα Αραβικά. Εγώ είμαι Έλληνας και δεν καταλαβαίνω Αραβικά, αλλά ήταν σαφές πως επρόκειτο για αεροπειρατεία.

Έτσι μιμηθήκαμε τις κινήσεις των Αράβων επιβατών και σηκώσαμε τα χέρια μας πάνω από τα κεφάλια μας. Καθώς έδινε εντολές ο αεροπειρατής προσπαθούσε να τραβήξει και κάτι από τη χειροβομβίδα με τα δόντια του. Δεν το κατάφερνε, όμως, και γι’ αυτό έβαλε τη χειροβομβίδα στην τσέπη τού γιλέκου του.

Ο αεροπειρατής, ο οποίος όπως αποδείχθηκε δεν ήταν μόνος, υποχρέωσε αυτούς που κάθονταν στις μπροστινές θέσεις να μετακινηθούν πίσω για να καθήσουν όπου μπορούσαν. Μετά ζήτησε τις γραβάτες μας. Στη συνέχεια, οι αεροπειρατές άρχισαν να φέρνουν έναν-έναν μπροστά, να παίρνουν το διαβατήριό του, να τον ψάχνουν, και μετά να του λένε να καθήσει σε μια από τις άδειες μπροστινές θέσεις.

Όταν αυτοί που κάθονταν στις μπροστινές θέσεις είχαν μετακινηθεί πίσω, δίπλα μου είχε καθήσει ένας Αιγύπτιος. Αργότερα έμαθα πως ήταν υπεύθυνος φρουρός ασφαλείας του αεροσκάφους. Όταν τον φώναξαν μπροστά, ο αεροπειρατής πήρε το διαβατήριό του, τον ανάγκασε δια της βίας να πέσει κάτω, και μετά τον έδεσε με γραβάτες. Πριν μάλιστα απ’ αυτό, είχαν δέσει και τον υπεύθυνο των αεροσυνοδών του αεροπλάνου.

Όταν ήρθε η σειρά μου, μετά τον Αιγύπτιο φρουρό ασφαλείας, ο αεροπειρατής πήρε απλώς το διαβατήριό μου χωρίς να με ψάξει και μου έδωσε οδηγίες να καθήσω. Έδειξε τη δεξιά πλευρά, γύρω στην τρίτη σειρά.

Μάχη με Όπλα στη Διάρκεια της Πτήσης

Λίγα λεπτά αργότερα, ακούστηκαν ακριβώς πίσω μου πυροβολισμοί. Αμέσως, όλοι σκύψαμε τα κεφάλια. Προφανώς από τις σφαίρες η πίεση μέσα στο αεροπλάνο είχε πέσει, γιατί οι μάσκες του οξυγόνου έπεσαν από την οροφή. Πολλοί επιβάτες τις φόρεσαν, αλλά εγώ δεν ένιωσα την ανάγκη για οξυγόνο. Πιστεύω πως ο κυβερνήτης είχε γρήγορα κατεβάσει το αεροπλάνο σε χαμηλότερο ύψος.

Όταν τελείωσαν οι πυροβολισμοί, κοίταξα πίσω και είδα τον αεροπειρατή, ο οποίος φαινόταν να είναι ο αρχηγός τους, να βρίσκεται κάτω φαρδιά-πλατιά. Φαινόταν νεκρός. Ένας άλλος άντρας βρισκόταν επίσης στο πάτωμα, και δυο αεροσυνοδοί καθώς και ένας επιβάτης είχαν τραυματιστεί.

Φαίνεται πως ο αεροπειρατής είχε ζητήσει από έναν άνθρωπο το διαβατήριό του. Ο άνθρωπος αποδείχθηκε πως ήταν από τους φρουρούς ασφαλείας, και αντί να τραβήξει το διαβατήριό του, τράβηξε το όπλο του και πυροβόλησε τον αεροπειρατή. Αλλά ο ίδιος ο φρουρός πυροβολήθηκε από έναν άλλο αεροπειρατή που βρισκόταν στο πίσω μέρος του αεροπλάνου.

Το όπλο του πεσμένου αξιωματικού ασφαλείας έπεσε στα πόδια μου, και για μια στιγμή σκέφθηκα να το πάρω. Αλλά σοφά απέρριψα την ιδέα—εξάλλου δεν θα ήξερα πώς να το χρησιμοποιήσω.

Η πόρτα του πιλότου μετά άνοιξε και εμφανίστηκε ένας ψηλός μασκοφόρος με μια χειροβομβίδα και ένα όπλο στο χέρι. Μίλησε στον αεροπειρατή που βρισκόταν πίσω μου, και μετά με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, κάνοντάς μου νόημα με το όπλο του να σηκωθώ όρθιος. Είπε κάτι, αλλά από τις χειρονομίες του το μόνο που κατάλαβα ήταν πως ήθελε να σύρω τον πεσμένο αεροπειρατή στο διαμέρισμα του πιλότου.

Όταν άρχισα να το κάνω αυτό, ο αεροπειρατής έκανε νόημα να αναποδογυρίσω τον άντρα. Επειδή δεν μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου, ο αεροπειρατής φώναξε κάποιον άλλο για να βοηθήσει, και ήρθε ο Δημήτρης Βούλγαρης. Γνωριζόμουν με τον Δημήτρη πολλά χρόνια επειδή εργαζόταν στην εταιρία μας. Ο Δημήτρης κράτησε τα πόδια του ανθρώπου και εγώ τους ώμους και τον αναποδογυρίσαμε. Θέλησαν να το κάνουμε αυτό ώστε να μπορέσουν να πάρουν από την τσέπη του τη χειροβομβίδα.

Όταν ο ένας από τους αεροπειρατές πήρε τη χειροβομβίδα, ζητήσαμε την άδεια να δώσουμε λίγο νερό στον πεσμένο αεροπειρατή, αλλά μας έκαναν νόημα όχι. Πιθανόν φαντάστηκαν πως η βοήθεια ήταν περιττή. Έτσι τον ανακαθήσαμε δίπλα στην πόρτα, και μας ειπώθηκε να σύρουμε τον φρουρό ασφαλείας μπροστά. Στο σημείο αυτό, ένας αεροπειρατής είδε τα όπλα στο πάτωμα και τα σήκωσε.

Καθώς μεταφέραμε μπροστά τον φρουρό ασφαλείας, σκεφθήκαμε να τον ξεντύσουμε και να του προσφέρουμε τις πρώτες βοήθειες. Αλλά όταν το κεφάλι του ήταν κοντά στην πρώτη σειρά των καθισμάτων, ο αεροπειρατής μάς είπε να σταματήσουμε. Μου δόθηκε η εντολή να αδειάσω δυο δίσκους φαγητού—να πετάξω το φαγητό στο πάτωμα. Ο αεροπειρατής είπε να βάλω τους δίσκους στο πρώτο κάθισμα και έκανε νόημα να στηρίξω το κεφάλι του φρουρού εκεί πάνω στους δίσκους.

Σκέφθηκα πως είχε την πρόθεση να σκοτώσει τον πληγωμένο άντρα, γι’ αυτό φώναξα, «Όχι!» Και σκεπάζοντας με τα χέρια μου το πρόσωπό μου, στράφηκα προς τους επιβάτες λέγοντας, «Θέλει να τον σκοτώσει!» Προς έκπληξη, ο αεροπειρατής δεν μου έκανε τίποτα. Κράτησε το κεφάλι του φρουρού ασφαλείας, αλλά δεν τον πυροβόλησε.

Μετά από λίγο δεν άντεχα άλλο να κάθομαι εκεί, γι’ αυτό σήκωσα τα χέρια μου ψηλά και κινήθηκα προς τα πίσω, βρίσκοντας μια θέση κάπου στην πέμπτη ή έκτη σειρά. Ο νεαρός συνεργάτης μου, ο Δημήτρης Βούλγαρης, ήρθε και κάθησε πίσω μου.

Ο υπεύθυνος των αεροσυνοδών, που είχε καταφέρει να ξεδεθεί, φώναξε μία από τις αεροσυνοδούς η οποία χρησιμοποιήθηκε για να συγκεντρώσει τα διαβατήρια. Επρόκειτο να προσγειωθούμε. Αλλά προηγουμένως, δόθηκαν οδηγίες στις αεροσυνοδούς να σηκώσουν και να φορέσουν στον αεροπειρατή τη ζώνη ασφαλείας, ο οποίος είτε ήταν νεκρός είτε πέθαινε.

Άφιξη στη Μάλτα

Είτε ήταν προορισμός των αεροπειρατών είτε όχι, προσγειωθήκαμε στη Μάλτα μετά από μια πτήση περίπου δύο ωρών. Λίγο μετά την προσγείωση, άνοιξε η πόρτα και ένας γιατρός μπήκε μέσα στο αεροσκάφος. Του έδειξαν τον νεκρό αεροπειρατή και του ειπώθηκε να τον εξετάσει. Ο γιατρός το έκανε αυτό, κούνησε το κεφάλι του, και έκανε κίνηση για να κοιτάξει και το σώμα του φρουρού ασφαλείας. Αλλά ο αεροπειρατής τού είπε όχι.

Σ’ όλους τους Έλληνες ειπώθηκε να καθήσουν στη δεξιά πλευρά του αεροπλάνου όπου εγώ βρισκόμουν ήδη. Υπήρχαν 17 Έλληνες, από τους οποίους τελικά μόνο 5 επέζησαν.

Η αεροσυνοδός ανακοίνωσε από τα μεγάφωνα πως όλες οι Φιλιππινέζες που βρίσκονταν στο αεροπλάνο θα έπρεπε να έρθουν μπροστά. Και μερικές άλλες γυναίκες προσκλήθηκαν επίσης να έρθουν μπροστά, και συνολικά επιτράπηκε σε 11 γυναίκες να εγκαταλείψουν το αεροπλάνο μαζί με το γιατρό.

Αρχίζουν οι Εκτελέσεις

Η αεροσυνοδός ρώτησε πού ήταν οι Ισραηλινές. Πιστεύοντας πως επρόκειτο να ελευθερωθούν και αυτές, μια νεαρή γυναίκα αμέσως ανταποκρίθηκε. Αλλά όταν πλησίασε μπροστά, ο μασκοφόρος αεροπειρατής την άρπαξε. Την έσπρωξε έξω από την πόρτα στη σκάλα εξόδου, και έτσι δεν μπόρεσα να δω τι συνέβη. Αλλά ακούστηκε ένας πυροβολισμός, κάνοντας όλους μας να σκύψουμε ενστικτωδώς τα κεφάλια, και μετά ακούστηκε ένας γδούπος.

Οι αεροπειρατές, μάθαμε αργότερα, απείλησαν ότι θα συνέχιζαν να πυροβολούν τους επιβάτες αν δεν τους έδιναν καύσιμα. Μετά από λίγα λεπτά, φώναξαν τη δεύτερη Ισραηλινή, αλλά αυτή δεν σηκώθηκε. Η αεροσυνοδός έφτασε με το διαβατήριο της κοπέλας στο χέρι, την αναγνώρισε, και της είπε να σηκωθεί, αλλά εκείνη δεν σηκωνόταν. Γι’ αυτό, ο αεροπειρατής έστειλε δυο άτομα τα οποία χρησιμοποίησε σαν βοηθούς επειδή μιλούσαν Αραβικά, και την ανάγκασαν δια της βίας να πάει μπροστά. Τότε ήταν που όλοι μας αρχίσαμε να παθαίνουμε σοκ.

Το κορίτσι έκλαιγε. Έπεσε κάτω και παρέμενε στο πάτωμα. Όταν ο αεροπειρατής βγήκε αφού τελείωσε τη συζήτησή του με τον πιλότο, την κλώτσησε και την έσπρωξε έξω. Πάλι ακούστηκε ένας πυροβολισμός, και ένας γδούπος καθώς έπεσε θανάσιμα πληγωμένη. Τώρα ήταν λίγο περασμένα μεσάνυχτα.

Λίγο μετά, κλήθηκαν τρία ακόμη άτομα, ένας νεαρός και δυο γυναίκες. Από τα ονόματά τους, συμπεράναμε σωστά πως ήταν Αμερικανοί. Ο αεροπειρατής τούς έφερε μπροστά και είπε στους βοηθούς του να δέσουν τα χέρια τους πίσω στην πλάτη τους με γραβάτες. Τους ειπώθηκε να καθήσουν στην πρώτη σειρά.

Πέρασε περίπου μια ώρα. Μετά ο αεροπειρατής φώναξε το αγόρι που ήταν Αμερικανός. Πρέπει να πω πως με εντυπωσίασε η ηρεμία αυτού του παιδιού. Σηκώθηκε και βάδισε προς τον αεροπειρατή σαν να επρόκειτο να πάρει κάποιο βραβείο ή κάτι τέτοιο—πολύ ψύχραιμα. Πάλι ακούστηκε ο πυροβολισμός, ο γδούπος, και η πόρτα έκλεισε. Μολονότι δεν το είδα, το αγόρι έπεσε κάτω από τις σκάλες εξόδου. Και, προς έκπληξή μου έμαθα ότι η σφαίρα πέρασε μόνο ξυστά απ’ αυτόν και επέζησε.

Περίπου μια ώρα πέρασε ακόμη, και ο αεροπειρατής φώναξε μια από τις Αμερικανίδες. Αυτή σηκώθηκε και επαναλήφθηκε η ίδια ιστορία—ο πυροβολισμός και ο γδούπος καθώς αυτή έπεφτε. Τώρα πρέπει να ήταν γύρω στις τρεις ή τέσσερις το πρωί. Η βροχή που έπεφτε πρόσθετε στην τρομακτική ατμόσφαιρα της νύχτας. Οι επιβάτες είχαν κολλήσει στις θέσεις τους από φόβο.

Υπήρχε ησυχία—κανένα κλάμα, καμιά κραυγή ούτε κάποιος άλλος θόρυβος. Αλλά εγώ μπορούσα να ακούω τα πνιγμένα σχόλια: «Κοίτα, σκότωσε την Ισραηλινή κοπέλα», «Το καημένο το κορίτσι», ή «Τώρα σκοτώθηκε ο Αμερικανός». Επίσης, τις ψιθυριστές ερωτήσεις: «Τι είναι αυτό;» «Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό;» «Τι θα κάνει αυτός τώρα;»

Όσο για μένα, στη διάρκεια κάθε εκτέλεσης προσευχόμουν στον Ιεχωβά. Ζητούσα, αν ήταν δικό του θέλημα, να θυμηθεί το άτομο στην ανάσταση, έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ζήσει στο νέο σύστημα του Θεού.

Στο μεταξύ, άρχισε να ξημερώνει. Η πόρτα άνοιξε, και οι δυο που βοηθούσαν τους αεροπειρατές βγήκαν έξω και έφεραν σάντουιτς. Μερικοί έφαγαν, άλλοι όχι. Μας έδωσαν επίσης και νερό.

Καθώς συνέβαιναν οι εκτελέσεις, σκεφθήκαμε πως αυτά που ζήτησαν οι αεροπειρατές πρέπει να ήταν πάρα πολλά για να μη τα δεχτούν οι απ’ έξω. Και σκεφτόμασταν ότι οποιοσδήποτε από μας θα μπορούσε να είναι ο επόμενος για εκτέλεση. Αλλά καθώς οι ώρες περνούσαν μετά το θάνατο της Αμερικανίδας, αρχίσαμε να πιστεύουμε πως τα πράγματα έρχονταν σε διαπραγματεύσεις.

Γύρω στο μεσημέρι, η πόρτα του αεροπλάνου άνοιξε, και κλήθηκε η άλλη Αμερικανίδα και πυροβολήθηκε θανάσιμα. Όταν συνέβη αυτό, πάλι καθένας μας φοβήθηκε πως θα μπορούσε να είναι ο επόμενος που θα εκλεγόταν για εκτέλεση. Αλλά καθώς πέρασε το απόγευμα και ήρθε το βράδυ, και κανένας άλλος δεν είχε κληθεί, αναρωτιόμασταν αν τα πράγματα είχαν ίσως διευθετηθεί.

«Είσαι Πολύ Ήρεμος!»

Εκείνη τη μέρα σκεφτόμουν, ‘Είναι Κυριακή και τώρα στην εκκλησία μας στον Πειραιά δίνεται η δημόσια ομιλία’. Έκανα μια σιωπηρή προσευχή σαν να βρισκόμουν στη συνάθροιση. Αργότερα, όταν η ομιλία θα είχε τελειώσει, έβγαλα το περιοδικό μου Σκοπιά και φαντάστηκα πως ήμουν στην εκκλησιαστική μας μελέτη. Μου ήρθε στο μυαλό το εδάφιο Ψαλμός 118:6. Λέει πως αν ο Ιεχωβά είναι μαζί μας, γιατί να φοβούμαστε άνθρωπο;

Ο νεαρός συνεργάτης Δημήτρης Βούλγαρης, που καθόταν πίσω μου, σε κάποιο σημείο είπε: «Αφεντικό, ήξερα πως ήσουν ήρεμος, αλλά είσαι πολύ ήρεμος!»

«Κοίτα, παιδί μου», απάντησα, «εδώ αντιμετωπίζουμε ένα απλό πρόβλημα. Ή θα ζήσουμε ή θα πεθάνουμε. Το πρόβλημα απλώς δεν είναι δικό μας. Εμπιστέψου στον Θεό, και αν επιτρέψει να πεθάνουμε, αυτός θα το επιτρέψει. Γι’ αυτό μη στενοχωριέσαι».

«Γιατί δεν μου δίνεις κάτι να διαβάσω;» ρώτησε, και του έδωσα τη Σκοπιά.

Όταν η μελέτη θα είχε τελειώσει στον Πειραιά, όπου υπηρετώ ως Χριστιανός πρεσβύτερος, έκανα άλλη μια προσευχή, αφήνοντας τον εαυτό μου στα χέρια του Ιεχωβά και λέγοντάς του πως ήμουν έτοιμος να δεχτώ οτιδήποτε θα επέτρεπε εκείνος να λάβει χώρα.

Σκέφτηκα να γράψω ένα σύντομο σημείωμα στη σύζυγό μου: ‘Καίτη και παιδιά, θα συναντηθούμε στη Βασιλεία’. Αλλά μόλις πήρα το στυλό μου, σκέφθηκα, ‘Τι κάνεις τώρα, παίζεις το ρόλο του δικαστή; Δεν είπες προηγουμένως πως το ζήτημα βρίσκεται στα χέρια του Ιεχωβά;’ Φαντάστηκα πως δεν είχα το δικαίωμα να αφήσω σημείωμα που να λέει ότι θα πέθαινα. Γι’ αυτό έβαλα το στυλό μου πίσω στη θέση του χωρίς να γράψω τίποτα.

Διάσωση

Ξαφνικά, γύρω στις 8.30 το βράδυ, ακούστηκαν πολυβόλα, προφανώς απ’ έξω. Αλλά έρχονταν επίσης και πιστολιές από το πίσω μέρος του αεροπλάνου, πιθανόν από τους αεροπειρατές. Εμείς πέσαμε στο πάτωμα. Ακολούθησε μια έκρηξη, και όλα τα φώτα έσβησαν.

‘Επειδή δεν υπάρχουν φώτα’, σκέφθηκα, ‘μπορώ να κινηθώ τώρα’. Σηκώθηκα, αλλά αμέσως αισθάνθηκα κάτι να καίγεται. Ήταν κάτι σαν αέριο, γι’ αυτό κράτησα την ανάσα μου. Άκουσα τον Γιώργο να λέει, «Ε, αυτοί θα μας κάψουν». Δεν μπορούσα να μιλήσω, και ανέπνεα όσο λιγότερο γινόταν για να επιβιώσω.

Στην κατεύθυνση προς την οποία κοιτούσα, τα πάντα ήταν σκοτεινά. Αλλά τότε άκουσα μια φωνή, «στην άλλη μεριά». Γύρισα και είδα μια αχτίδα φωτός και ακολούθησα εκείνη την κατεύθυνση. Μέσα σε λίγες στιγμές, βρέθηκα σ’ ένα άνοιγμα. Μπορεί να ήταν έξοδος κινδύνου πάνω από το φτερό. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν πήδησα από το φτερό ή γλίστρησα.

Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι ήταν πως βρέθηκα κάτω ξαπλωμένος και κάποιος στεκόταν πάνω μου, κρατώντας το κεφάλι μου. Κατάλαβα πως βρισκόμουν έξω από το αεροπλάνο και ότι αυτοί πιθανόν να ήταν οι ελευθερωτές μου.

Άρχισα και πάλι να αναπνέω. Αλλά μολονότι υπήρχε φρέσκος αέρας, αισθανόμουν σαν να ανέπνεα και πάλι αέριο. Και αυτό το αισθανόμουν για μέρες μετά. Και άλλοι είχαν πέσει μετά από μένα, και προσπαθήσαμε να σηκωθούμε, αλλά δεν μας το επέτρεψαν. Έτσι συρθήκαμε μπουσουλώντας πίσω από μερικά κουτιά. Ενόσω ήμασταν εκεί μας έψαξαν. Μετά μας έβαλαν μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο και μας πήγαν στο νοσοκομείο.

Αργότερα μάθαμε ότι οι περισσότεροι από τους 60 σχεδόν που πέθαναν στην προσπάθεια διάσωσης προφανώς πέθαναν από τον καπνό που προκλήθηκε από τα εκρηκτικά των Αιγύπτιων κομάντος οι οποίοι κατέλαβαν εξ εφόδου το αεροπλάνο. Δυστυχώς, ο συνάδελφός μου ο Γιώργος Βεντούρης ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που σκοτώθηκαν.

Στο Νοσοκομείο

Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο—ήταν το Νοσοκομείο του Αγίου Λουκά—άκουσα τη λέξη «Επείγον!» Μας έβαλαν σε φορεία, και ένας γιατρός ήρθε να δει τι συνέβαινε. Μου έβγαλε τα ρούχα. Μετά με πήγαν σ’ έναν θάλαμο. Πονούσα, και τα μάτια μου με ενοχλούσαν. Σύντομα δεν μπορούσα να δω καθόλου, και έτσι άρχισα να φωνάζω και ήρθε ένας γιατρός. Μου έβαλε κάτι στα μάτια μου.

Μου έβαλαν επιδέσμους και άρχισαν να με τρέφουν ενδοφλέβια. Με έπλυναν με μια πετσέτα και μου έκαναν ενέσεις για τον πόνο. Με τα λιγοστά Αγγλικά μου, τους είπα πως δεν ήθελα μετάγγιση αίματος επειδή ήμουν Μάρτυρας του Ιεχωβά. Μετά κάποιος με πληροφόρησε ότι ένας Μάρτυρας εργαζόταν στο ασθενοφόρο που είχε έρθει στο αεροδρόμιο, ένας Μαλτέζος Μάρτυρας. Όταν αυτός ήρθε να μου μιλήσει αργότερα, είπε, «Μην ανησυχείς, δεν θα χρησιμοποιήσουν αίμα».

Τελικά, ήρθε μια γιατρός. Ήταν πολύ ευγενική. Δεν μπορούσα να την δω, αλλά θυμάμαι την φωνή της. Της ζήτησα να τηλεφωνήσει στο σπίτι μου και να ειδοποιήσει την οικογένειά μου πως ήμουν ζωντανός. Ανησυχούσα γι’ αυτούς.

Κάποιος ήρθε ο οποίος, αν θυμάμαι καλά, είπε πως ήταν ο διευθυντής του νοσοκομείου. Πήρε το χέρι μου και ρώτησε, «Πώς λέγεσαι;» και του είπα. Αργότερα έμαθα ότι Μάρτυρες του Ιεχωβά από το γραφείο τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στην Ελλάδα είχαν τηλεφωνήσει και περίμεναν στο τηλέφωνο. Ο διευθυντής του νοσοκομείου είχε έρθει να με δει για να βεβαιωθεί πως ήμουν ζωντανός και έτσι να μπορέσει να τους πει. Αυτό συνέβη γύρω στα ξημερώματα της Δευτέρας.

Την Τρίτη ήρθε η γυναίκα μου και ο γιος μου στη Μάλτα. Όταν ένιωσα το χέρι της μέσα στο δικό μου, κατάλαβα πως ήταν η γυναίκα μου. Την αγκάλιασα και ευχαρίστησα τον Ιεχωβά. Ήρθε και ο γιος μου, επίσης, καθώς και ο διευθυντής της εταιρίας στην οποία εργάζομαι.

Στη διάρκεια όλου αυτού του χρόνου μου έδιναν οξυγόνο για να μπορώ να αναπνέω. Επίσης, ερχόταν μια νοσοκόμα, με γύριζε μπρούμυτα, και με χτυπούσε έτσι ώστε να βγαίνουν τα φλέματα. Όταν μπόρεσα να ξαναδώ, είδα ότι τα φλέματα ήταν κατάμαυρα. Πρέπει να είχαν προκληθεί από τα αέρια. Την Τετάρτη μου έβγαλαν τους επιδέσμους, αλλά δεν μπορούσα να αντέξω το φως.

Όταν ήρθαν αρκετοί δημοσιογράφοι εκείνη την ημέρα, ο γιατρός έδωσε εντολή να βγουν έξω. Στο μεταξύ, έφτασε και η αστυνομία και μου είπε πως έπρεπε να κάνω κάποια δήλωση. Αργότερα μου είπαν, «Ξέρεις πάρα πολλές λεπτομέρειες, θα μπορούσες να γράψεις βιβλίο». Μετά απ’ αυτό, ένας εκπρόσωπος του προξενείου και ένας εισαγγελέας ήρθαν με ένα μαγνητόφωνο και πήραν δήλωσή μου, πάλι με τη χρήση μεταφραστή.

Όταν όλα αυτά τελείωσαν, η γυναίκα μου και ο γιος μου έφυγαν από το νοσοκομείο. Έμειναν σε μερικούς Μαλτέζους Μάρτυρες μέχρις ότου έγινα αρκετά καλά για να ταξιδέψω και μπορέσαμε να φύγουμε μαζί από τη Μάλτα. Είμαι πολύ ευγνώμων που είμαι ανάμεσα στους λίγους που επέζησαν από την τρομοκρατική αεροπειρατεία της Αιγυπτιακής Αεροπορικής Πτήσης 648.—Όπως το αφηγήθηκε ο Ηλίας Ρουσσέας.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Το υλικό που σας παρουσιάζουμε σε αυτή την σελίδα είναι επιλεγμένο από τον επίσημο ιστότοπο των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά τον οποίο και σας προτρέπουμε να επισκέπτεστε τακτικά για την ποιότητα στην υλη που τον διακρίνει!

This is not the official website of Jehovah’s Witnesses jw.org is the official website of Jehovah's Witnesses and is the authoritative website about our beliefs, teachings, & activities.

Did you like this? Share it:

No Comments on “Από Αεροπειρατεία Οδηγήθηκα στη Μάλτα—Αλλά Επέζησα”

Comments on this entry are closed.


Το υλικό που σας παρουσιάζουμε σε αυτή την σελίδα είναι επιλεγμένο από τον επίσημο ιστότοπο των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά τον οποίο και σας προτρέπουμε να επισκέπτεστε τακτικά για την ποιότητα στην ενημέρωση και στην υλη που τον διακρίνει!