(Η αδελφή μας έχασε την ζωή της στις 23 Ιουλίου 2014 με έναν τραγικό τρόπο.) Γεννήθηκα το 1958 σε ένα χωριό των Χανίων της Κρήτης, στο μεγαλύτερο νησί στα νότια της Ελλάδας. Δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομα του Ιεχωβά. Στο χωριό μου, έμενα σε μια γειτονιά χτισμένη πολύ ψηλά. Καθώς ένας – ένας οι κάτοικοι του χωριού μετακόμιζαν πιο χαμηλά, εμείς τα παιδιά είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε εξερευνήσεις γιατί άφηναν πολλά πράγματα πεταμένα, άχρηστα για αυτούς αλλά θησαυρούς για μας τα παιδιά.

Εγώ μάζευα από φακέλους αλληλογραφίας τα γραμματόσημα με μανία. Σε πολλά σπίτια έβρισκα και Καινές Διαθήκες. Τα αλλά παιδιά δεν τις ήθελαν και τις έδιναν σε εμένα με αντάλλαγμα κάτι άλλο που είχα βρει. Είχα μαζέψει 5 – 6 από αυτές. Προσπαθούσα να τις διαβάσω αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα, γιατί ήταν στα αρχαία ελληνικά. Τις κρατούσα, αλλά δεν ήξερα γιατί.

Όταν ήμουν δέκα χρόνων, είχαμε τραπέζι σε έναν επισκέπτη και είχαμε κουνέλι. Δε θυμάμαι γιατί συζητούσαν με τον πατέρα μου, αλλά κάποια στιγμή ο επισκέπτης είπε «εγώ δεν είμαι Ιεχωβάς». Προφανώς μιλούσαν για το φαγητό, γιατί υπάρχει η συνήθεια να τρώγονται τα κουνέλια πνιχτά. Τότε είπε ότι οι Ιεχωβάδες κάνουνε μόνο ό,τι λέει η Γραφή και τίποτε άλλο. Τότε λέω «καλά κάνουν».

Ο πατέρας μου με μάλωσε και μου είπε ότι τα μικρά παιδιά δεν μιλάνε όταν μιλάνε οι μεγάλοι. Όταν μεγάλωσα και παντρεύτηκα, οργανώθηκα στο Κ. Κ. Ε. (Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας). Ποθούσα δικαιοσύνη, ειρήνη, ισότητα. Δεν μου άρεσε ούτε εκεί αλλά δεν υπήρχε και τίποτα άλλο καλύτερο. Τουλάχιστον το κόμμα υποσχόταν ότι θα κάνει τον κόσμο πιο δίκαιο. Πολύ αργότερα έμαθα από την οργάνωση του Θεού ότι αν ο καθένας διόρθωνε πρώτα τον εαυτό του, ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος. Όπως είπε ο Ιησούς: «Γιατί, λοιπόν, κοιτάζεις το άχυρο στο μάτι του αδελφού σου, αλλά δεν παρατηρείς το δοκάρι στο δικό σου μάτι;» (Ματθαίος 7:3)

Πάλεψα με όλες τις δυνάμεις μου, ακόμα και με αυτές που δεν είχα.

Συνέχιζα να έχω εκτίμηση στην Αγία Γραφή, αν και δεν είχα δικό μου αντίγραφο.. Νόμιζα ότι αφορά μόνο τους ηλικιωμένους. Παραμονές Πάσχα του 1983 κατέβηκα στο κέντρο των Χανιών για να χαζέψω τα μαγαζιά. Τότε συνάντησα έναν παπά από τα Σφακιά και τον ρώτησα για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, που πουλούσαν περιοδικά εκεί απέναντι. Μου είπε ότι αυτοί θέλουν ξύλο.

Μετά τους πλησίασα και τους ζήτησα τα περιοδικά. Τα πλήρωσα 50 δραχμές, τα έσκισα σε μικρά κομματάκια και τα πέταξα στο πρόσωπο της κοπέλας. «Εμείς οι κομμουνιστές πουλούσαμε πολλές φορές την εφημερίδα του κόμματος, τον “Ριζοσπάστη”. Εάν το έκαναν αυτό σε εμένα, θα τον χτυπούσα ακόμα. «Γι’ αυτό το έκανα – για να βάλω φασαρία». Τότε ήρεμα γυρίζει και μου λέει ότι θα με είχαν ωφελήσει περισσότερο αν τα διάβαζα, παρά τώρα που τα έσκισα. Να η ευκαιρία που έψαχνα για να τη δείρω! Την πλάκωσα στα χαστούκια και πέρασε τρεις μέρες στο νοσοκομείο. Αυτό το έμαθα χρόνια μετά.

Όταν βγήκε, έκανε μήνυση στον παπά, επειδή δε με ήξερε. Τον θεώρησαν υπεύθυνο.

Το δικαστήριο έγινε μετά από ενάμιση χρόνο. Εγώ το έμαθα από την εφημερίδα. Πήγα για να δω τι θα γίνει. Όταν μπήκα στην αίθουσα του δικαστηρίου, είδα από τη μια μεριά της αίθουσας να κάθονται παπάδες και από την άλλη πολίτες. Πήγα και κάθισα από τη μεριά που ήταν οι πολίτες. Άρχισε η δίκη και ο δικηγόρος των Μαρτύρων κρατούσε στα χέρια του την Αγία Γραφή και απαντούσε μέσα από αυτήν σε ό,τι τον ρωτούσε ο πρόεδρος. Μερικοί πολίτες που ήταν δίπλα μου είχανε Γραφές και τις άνοιγαν και έβρισκαν ό,τι έλεγε ο δικηγόρος.

Μια κοπέλα που καθόταν δίπλα μου μού έδειχνε τα εδάφια. Από την άλλη μεριά που κάθονταν οι παπάδες, δεν υπήρχε ούτε μια Γραφή. Αυτό δε μου άρεσε καθόλου. Μπορεί να μην είχα διαβάσει ποτέ την Αγία Γραφή, δεν ήξερα τι λέει, αλλά πίστευα ότι είναι λόγια του Θεού. Νόμιζα ότι ήταν μόνο για ηλικιωμένους, όχι για μένα, το μοντέρνο άνθρωπο. Φυσικά ο παπάς δεν καταδικάστηκε.

Έφυγα με τύψεις επειδή δεν ήξερα γιατί την έδειρα. Τότε ήμουν οργανωμένη στο Κ.Κ.Ε. Πάλευα, υποτίθεται, για τη δικαιοσύνη και ήταν φυσικό να απορώ με τον εαυτό μου, γιατί τους έδειρα χωρίς να τους ακούσω πρώτα. Μετά από δυο χρόνια χτύπησαν την πόρτα μου Μάρτυρες του Ιεχωβά. Σκέφτηκα: να η ευκαιρία να ακούσω τι λένε για να δικαιώσω τον εαυτό μου που τους έδειρα!

Με ρώτησαν αν έχω Αγία Γραφή. Τους είπα όχι, γιατί δεν ξέρω από πού να αγοράσω. Τότε μου είπαν ότι μπορώ να πάω να αγοράσω από ένα εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο δίπλα στον Άγιο Νικόλαο, ένα ναό στη Σπλάντζια, μία από τις παλιότερες, γραφικές περιοχές της πόλης των Χανίων. Υποσχέθηκαν ότι θα περνούσαν την άλλη εβδομάδα να συζητήσουμε μέσα από τη δική μου Γραφή. Πέρασαν δυο-τρεις φορές και αρχίσαμε γραφική μελέτη χωρίς να το καταλάβω.

Η γειτονιά το κατάλαβε και άρχισε τα σχόλια. Πολλά πράγματα που ρωτούσα, οι αδελφές μού έλεγαν ότι θα έψαχναν για να απαντήσουν την επόμενη φορά. Πράγματι, την επόμενη φορά μου έλεγαν την απάντηση αν κι εγώ είχα ξεχάσει τι τις είχα ρωτήσει. Δεν ένιωθα ικανοποιημένη και αποφάσισα να τους πω να μην ξαναπεράσουν. Η αδελφή που μελετούσε μαζί μου με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι δε μπορούσε να έρθει με την ίδια κοπέλα. Θα ερχόταν με μια άλλη αδελφή και με ρώτησε αν συμφωνώ.

Σκέφτηκα ότι έτσι κι αλλιώς θα είναι η τελευταία φορά και απάντησα ότι δε με πειράζει. Ήρθε μαζί με την αδελφή Άννα Παπαδάκη. Σε όσες ερωτήσεις έκανα, πήρα άμεσες απαντήσεις και ζήτησα από την αδελφή να έρχεται με αυτή την κοπέλα, αλλιώς της είπα να μην ξαναέρθει. Η Άννα μου πρότεινε να πηγαίνω στο σπίτι της να μελετάμε για να γλιτώσω από τα σχόλια της γειτονιάς.

Έβλεπα πράγματα που μου άρεσαν στην Αγία Γραφή. Άλλα δε γινόταν στην Ορθοδοξία. Αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Άρχισα να ψάχνω, διάβαζα πάρα πολύ αν και δούλευα. Γι’ αυτό είχα πάρα πολλές ερωτήσεις. Πιστεύω ότι η αδελφή θα πρέπει να δυσανασχετούσε επειδή είχα διαρκώς αντιρρήσεις. Πάντα, όμως, μου απαντούσε με καλοσύνη και αγάπη, παρόλο που τη δυσκόλευα υπερβολικά.

Τώρα που το βλέπω, καταλαβαίνω ότι για να διεξάγει κάθε φορά τη μελέτη, έπρεπε να προετοιμαστεί πάρα πολύ και να μου δώσει αποδείξεις ακόμη και από κοσμικές εγκυκλοπαίδειες. Σε ένα χρόνο περίπου ήμουν σίγουρη ότι βρήκα την αλήθεια. Βέβαια, το δύσκολο είναι να κάνεις αυτά που μαθαίνεις. Διάβαζα, όμως, πάρα πολύ και αυτό με βοήθησε. Είμαι ευγνώμων στην οργάνωση του Ιεχωβά για την έντυπη ύλη που βρήκα. Διάβαζα αρκετά περιοδικά περασμένων χρονολογιών, ολόκληρους τόμους. Ξεσηκώθηκε διωγμός από την οικογένειά μου.

Μου έκαψαν όλα τα βιβλία. Δε μιλούσα, αλλά τη βραδιά που πήγαινα στη συνάθροιση έπαιρνα καινούρια. Αυτό έγινε μερικές φορές, μέχρι που βαρέθηκαν. Απορούσα με τον εαυτό μου που δεν έβριζα αλλά καθόμουν απαθής σαν να μην αφορούσε εμένα το ζήτημα. Έλεγα στους Μάρτυρες: «Τι μου έχετε κάνει; Με κάνατε άχρηστη!» Με κάλεσε ο πατέρας μου στο χωριό για να μου μιλήσει, γνωρίζοντας ότι του έχω μεγάλη αδυναμία. Μου είπε ότι έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στην οικογένειά μας και τους «Ιεχωβάδες».

Του απάντησα ότι εγώ σας θέλω και τους δυο. Μου είπε ότι αν συνέχιζα να πηγαίνω με τους «Ιεχωβάδες» δεν έπρεπε να ξαναπάω στο σπίτι μας. Του υποσχέθηκα ότι δεν θα ξαναπήγαινα, επειδή όλο τον προηγούμενο καιρό που έκανα διάφορα πράγματα που τον πρόσβαλαν πραγματικά, δε μου είχε πει τίποτα, ενώ τώρα που άρχισα να γίνομαι άνθρωπος, ενοχλήθηκε. Μου είπε ότι θα με προτιμούσε πόρνη παρά «Ιεχωβού». Έκανα όπως μου ζήτησε και δεν τον ξαναενόχλησα, αν και μετά από ένα χρόνο μου τηλεφώνησε και με ρώτησε πού χάθηκα!

Τελικά, λόγω της σταθερής μου απόφασης δεν έχασα ούτε τη σχέση μου με τον Θεό ούτε την καλή μου σχέση με τους φυσικούς μου γονείς, παρόλο που ήμουν έτοιμη να “χάσω … γονείς σε αυτό το σύστημα” για να αποκτήσω πολλαπλάσιους από την αδελφότητα.. (Ματθαίος 10:21˙ Λουκάς 18:29, 30)

Λίγους μήνες μετά, έπαθα ουρολοίμωξη και μπήκα στο νοσοκομείο. Δίπλα μου ήταν μια κοπέλα και μιλούσαμε όταν βγαίναμε στο διάδρομο για τσιγάρο. Της μιλούσα για την Αγια Γραφή. Αν και ήταν μικρή, ρουφούσε σαν σφουγγάρι αυτά που της έλεγα. Μετά της γνώρισα την κοπέλα με την οποία μελετούσα τη Γραφή εκείνο τον καιρό. Πόσο χάρηκα όταν άρχισε και αυτή μελέτη και προχώρησε μέχρι που βαφτίστηκε ένα – δυο χρόνια πριν από έμενα. Τότε ζήλεψα και έβαλα στόχο να κάνω τα απαραίτητα βήματα για να μπορέσω να βαφτιστώ.

Ήθελα να προσεύχομαι, αλλά διάφορες σκέψεις μου αποσπούσαν την προσοχή. Το συζήτησα με δύο πρεσβυτέρους και μου πρότειναν να γράφω την προσευχή μου καθώς την έκανα, ώστε να μην αποσπάται η προσοχή μου. Έγραφα, λοιπόν, την προσευχή μου σε ένα τετράδιο και στο τέλος την έσκιζα. Αυτό με βοήθησε να μάθω να προσεύχομαι και να μη «φεύγει» το μυαλό μου.

Μια μέρα πήγα στο ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και βρήκα τον παπά. Τον ρώτησα για πολλά πράγματα, αλλά οι απαντήσεις του δεν με ικανοποίησαν. Με την ευκαιρία, με έκανε συνδρομήτρια σε δυο περιοδικά που εκδίδει η Ορθόδοξη εκκλησία, το «Σωτήρας» και «Ζωή», για να πάρω περισσότερες απαντήσεις. Τα διάβαζα και έβρισκα τα εδάφια που ανέφεραν. Μια μέρα βρήκα ένα εδάφιο που δεν το είχε η Γραφή μου.

Τότε πήγα στην εκκλησία και το είπα στον παπά. Μου είπε ότι η Γραφή μου δεν ήταν κανονική. Του ζήτησα να το βρει στη δική του. Τότε η έκπληξή μου μεγάλωσε, γιατί έψαχνε σε όλη τη βιβλιοθήκη της εκκλησίας για να βρει Γραφή αλλά δε βρήκε. Του είπα ότι αν δε βρει γραφή, το βράδυ που θα έκανα εκπομπή στο ραδιόφωνο, (εκείνο τον καιρό εργαζόμουν σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό) θα τον εκθέσω δημόσια. Το εδάφιο ήταν Ησαΐας 60:72, που φυσικά δεν υπάρχει.

Τότε βρήκε μια Καινή Διαθήκη και άρχισε να ψάχνει το βιβλίο του Ησαΐα φύλλο-φύλλο. Πρόσεξα ότι ήταν Καινή και όχι Παλαιά Διαθήκη. Ήξερα ότι, όχι το εδάφιο δεν θα έβρισκε, αλλά ούτε τον Ησαΐα. Τον άφησα να ψάχνει. Γύρισε όλα τα φύλλα ως το τέλος αλλά δε βρήκε το βιβλίο του Ησαΐα και άρχισε από την αρχή. Εκνευρίστηκα και του είπα ότι αν η δική μου Γραφή που είχε τον Ησαΐα αλλά όχι το εδάφιο αυτό είναι νόθα, όπως μου είπε όταν δυσκολευόταν να μου απαντήσει, τότε τι ήταν η δική του που δεν τον είχε καν τον Ησαΐα; Κατάλαβα ότι ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα και έφυγα.

Τότε αποφάσισα να κάνω αλλαγές στη ζωή μου. Από 12 χρονών συνήθιζα να οπλοφορώ. Νόμιζα ότι χρειαζόταν να το κάνω αυτό διότι εργαζόμουν νύχτα και γιατί ασχολούμουν στην αφισοκόλληση και πολλές φόρες γινόταν φασαρία. Το πρώτο που έκανα ήταν να πάω και να κρύψω το όπλο.

Έκοψα το κάπνισμα και προσπάθησα να μη βρίζω. Καθώς συζητούσα με έναν επίσκοπο περιοχής για το κάπνισμα, του είπα ότι όταν βρισκόμουν μαζί με κάποιον Μάρτυρα που εκτιμούσα, δεν είχα την επιθυμία να καπνίσω. Μακάρι να ήταν κάποιος μαζί μου για ένα μήνα για να κόψω το κάπνισμα. Ο αδελφός μου είπε ότι αν δεν κάπνιζα από εκτίμηση για έναν άνθρωπο που ήταν μαζί μου λίγες ώρες, πώς θα έπρεπε να νιώθω για τον Ιεχωβά με τον οποίο είμαι όλο το 24ωρο! Από τότε δεν ξανακάπνισα.

Μετά από λίγο καιρό ζήτησα να γίνω αβάφτιστη ευαγγελιζόμενη, αλλά οι αδελφοί μου είπαν ότι θα το συζητήσουνε. Δεν μου απάντησαν. Μετά από ένα μήνα που περίμενα, σταμάτησα να πηγαίνω συναθροίσεις.

Ήταν προεκλογική περίοδος. Μπλέχτηκα με τα κομματικά και έγινα χειρότερη από ό,τι ήμουν. Κάθε μέρα περίμενα να με πάρει κάποιος ένα τηλέφωνο αλλά δεν με πήραν. Ήξερα ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Περίπου ένα χρόνο μετά αποφάσισα να πάω συνάθροιση. Με καλωσόρισαν. Μια σκαπάνισσα, η αδελφή Γιούλα Παπαδάκη, με πλησίασε και αρχίσαμε Γραφική Μελέτη από το βιβλίο «Ενωμένοι στη Λατρεία».

Για να αποφύγω τις οικογενειακές συγκεντρώσεις στις γιορτές, άνοιξα ένα ανθοπωλείο που ήξερα ότι δουλεύει αυτές τις μέρες και έτσι θα έλειπα δικαιολογημένα. Το 1993 άρχισα να χάνω τη δύναμη που είχα πρώτα. Πήγα σε πολλούς γιατρούς και τελικά διέγνωσαν μια εξαιρετικά σπάνια μορφή σκλήρυνσης κατά πλάκας (σύνδρομο Ζουλιάν Μπαρέ). Η κατάσταση της υγείας μου συνέχισε να χειροτερεύει ώσπου περιορίστηκα σε αναπηρική καρέκλα. Τότε απογοητεύτηκα και ήθελα να αυτοκτονήσω, αλλά όλοι οι αδελφοί στάθηκαν δίπλα μου και με βοήθησαν να αποφύγω την αυτολύπηση και να ισορροπήσω πνευματικά.

Βαφτίστηκα στις 29-10-1995. Χρειάστηκε να μπω στην πισίνα του βαφτίσματος με την αναπηρική καρέκλα. Μετά το βάφτισμα, ήρθε η κοπέλα που είχα δείρει, μου ευχήθηκε και με καλωσόρισε στην αλήθεια. Μου είπε ότι αν κάθε άνθρωπος που την έδερνε γινόταν αδελφός της, θα καθόταν να τρώει ξύλο από 10 άτομα κάθε μέρα.

Παρά την αναπηρία μου δεν έχανα συναθροίσεις ούτε συνελεύσεις. Με μετέφεραν τα παιδιά μου, γιατί ήξερα ότι εκεί ήταν ο μόνος τόπος που μπορούσα να πάρω ενθάρρυνση. Μελετούσα πολύ. Σταδιακά, ωστόσο, η υγεία μου χειροτέρευε μέχρι που έφτασα σε πλήρη παράλυση και δεν μπορούσα ούτε να μιλώ.

Τον Δεκέμβριο του 2002 αρρώστησα βαριά. Μπήκα στην εντατική. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να μη μου γίνει μετάγγιση αίματος. Γι’ αυτό ειδοποίησα τους αδελφούς, γιατί στην οικογένειά μου δεν είχα ομόπιστους στους οποίους να εμπιστευτώ την εκπροσώπησή μου στο ζήτημα του αίματος. Φοβόμουν ότι στο νοσοκομείο θα μου γινόταν μετάγγιση αίματος. Ευτυχώς δυο μήνες πριν αρρωστήσω είχα πάει στην Αστυνομία και είχα επικυρώσει το έντυπο «Δήλωση-Διορισμός Αντιπροσώπου για Ζητήματα Νοσηλείας». Αν και είχα πάρει αυτό το έντυπο ένα χρόνο πριν, από αμέλεια δεν είχα πάει να το συμπληρώσω και να το επικυρώσω. Αυτό σκεφτόμουν εκείνες τις ώρες. Δεν περίμενα ότι θα έβλεπα να βγαίνω ζωντανή από την εντατική.

Κατά την παραμονή μου στη μονάδα εντατικής θεραπείας, χρειάστηκε να μου γίνει τραχειοτομή. Επίσης, το σώμα μου γέμισε κατακλίσεις. Κάθε μέρα έρχονταν πάρα πολλοί αδελφοί, αν και δεν επιτρεπόταν να μπουν μέσα όλοι, αλλά δυο άτομα σε κάθε ασθενή. Για να μπουν άλλοι έπρεπε να βγουν οι πρώτοι. Το επισκεπτήριο ήταν μόνο μισή ώρα το μεσημέρι και άλλο τόσο το απόγευμα. Οι αδελφοί έρχονταν ενώ γνώριζαν ότι μπορεί να μην προλάβουν να μπουν, αλλά τους έβλεπα που ήταν στην πόρτα κι αυτό μου έδινε θάρρος.

Η αδελφή Γιούλα, με την οποία είχα μελετήσει, ερχόταν σε κάθε επισκεπτήριο. Η χαρά μου ήταν μεγάλη γιατί κρατούσε το εδάφιο της ημέρας και μου διάβαζε, αλλά μου έλεγε και νέα. Δεν μπορούσα να μιλήσω καθαρά αλλά αυτή με καταλάβαινε. Μετά από ένα μήνα βελτιώθηκε λίγο η υγεία μου και με μετέφεραν στην πνευμονολογική κλινική, διασωληνωμένη μεν ζωντανή δε.

Μετά από δυο μήνες γύρισα στο σπίτι μου, αλλά από τότε μένω μόνιμα στο κρεβάτι. Από την πρώτη μέρα χρειαζόμουν ένα συμπυκνωτή οξυγόνου δίπλα μου 24 ώρες το 24ωρο. Επιπλέον, μετά από 3 μήνες η υγεία μου χειροτέρεψε και χρειάστηκε να συνδεθώ στο μηχάνημα τεχνητής υποστήριξης αναπνοής που μου είχαν προμηθεύσει από το νοσοκομείο. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί ο ένας πνεύμονας είναι νεκρός και ο άλλος υπολειτουργεί. Παράλληλα, για ενάμιση χρόνο τρεφόμουν με σωλήνα Levin (Levin’s Tube).

Το μόνο που με πείραζε πολύ ήταν που δεν μπορούσα να διαβάζω τα έντυπα και να παρακολουθώ τις συναθροίσεις. Αν και οι αδελφοί έρχονταν και μου διάβαζαν λίγο, αυτό δε μου έφτανε. Θα ήθελα να διαβάζω όλα τα θέματα. Επειδή είμαι οπτικός τύπος, αν δεν βλέπω δεν θυμάμαι.

Πολλές φορές προσευχόμουν στον Ουράνιο Πατέρα μας και έλεγα: «Θεέ μου γιατί επέτρεψες να αποκοπώ από το τραπέζι που στρώνεις για τους δούλους σου;» Σκεφτόμουν διαρκώς τα λόγια του εδαφίου Ησαΐας 65:13: «Δείτε! Οι υπηρέτες μου θα φάνε, αλλά εσείς θα πεινάσετε…». Ένα χρόνο αφού βγήκα από το νοσοκομείο, καθώς προσευχόμουν συνεχώς γι’ αυτό το ζήτημα, μου ήρθε μια ιδέα. Το είδα σαν απάντηση στις προσευχές μου. Είπα την ιδέα στο γιο μου και πήγε και μου έφτιαξε ένα απλό ξύλο, που μου έδωσε τόση χαρά που δεν είχα νιώσει ποτέ στην ζωή μου. Τώρα μπορούσα να διαβάσω ακουμπώντας τα έντυπα πάνω σ’ αυτό το ταμπλό. Είχα πολλά περιοδικά και μια στοίβα βιβλία στο ράφι. Διάβασα τα περιοδικά του 2003, όσα από το 2004 είχαν κυκλοφορήσει ως τότε, μέσα σε λίγους μήνες, καθώς και τα βιβλία του έτους 2003 και 2004, τα βιβλία «Πλησιάστε τον Ιεχωβά» και «Μάθε από τον Μεγάλο Δάσκαλο».

Αλλά η χαρά μου ήταν μισή. Ήθελα να βρω τρόπο να παρακολουθώ τις συναθροίσεις και προσευχόμουν να βρεθεί κάποιος τρόπος να ακούω τη συνάθροιση. Οι αδελφοί μου είπαν να κάνω τηλεφωνική σύνδεση, αλλά ο γιος μου σκέφτηκε να πάρει βιντεοκάμερα και μου υποσχέθηκε ότι θα πηγαίνει να μου βιντεοσκοπεί τις συναθροίσεις και τις συνελεύσεις. Μου άρεσε σαν ιδέα και δέχτηκα. Τώρα είχε ο Ιεχωβά εκπληρώσει όλα τα όνειρα μου. Με αυτό τον τρόπο έχουν ευλογηθεί και άλλα άτομα. Παίρνουν τις κασέτες των συνελεύσεων και παρακολουθούν και άλλοι. Τώρα στενοχωριέμαι μόνο στο τέλος του μήνα που δίνω το έργο μου. Σκέφτομαι ότι ο μήνας έχει 720 ώρες και εγώ κάνω μονοψήφιο αριθμό και τρελαίνομαι. Με τη βοήθεια του γιου μου συμμετέχω στην υπηρεσία κυρίως μέσω επιστολών.

Πρόσφατα οι πρεσβύτεροι στην εκκλησία μου ήρθαν και έφτιαξαν το δωμάτιό μου. Έβαλαν πλακάκια και το έβαψαν. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δοθεί μεγάλη μαρτυρία όχι μόνο στην οικογένειά μου αλλά και στη γειτονιά, σε συγγενείς, γιατρούς και νοσηλευτές.

Χαίρομαι για τη φροντίδα που μου παρέχουν οι γιοι μου και ιδιαίτερα για το γεγονός ότι ένας από αυτούς κάνει γραφική μελέτη. Επίσης άτομα του συγγενικού μου περιβάλλοντος δείχνουν θετική στάση απέναντι στην αλήθεια και κάποιοι κάνουν σαφή βήματα προόδου στην κατανόηση της Αγίας Γραφής.

Αν και ζω με μηχανική υποστήριξη, είμαι ευτυχισμένη που γνωρίζω τον αληθινό Θεό. Τώρα σκέφτομαι ότι άφησα τόσα χρόνια από τη ζωή μου να πάνε χαμένα, «προτού έρθουν οι ημέρες της συμφοράς». (Εκκλησιαστής 12:1)

Ακόμα κι αν ήταν ψέματα αυτά που λέει η Γραφή ότι θα γίνουν, εγώ πάλι είμαι ευτυχισμένη που έχω γνωρίσει τέτοιους αδελφούς. Χαίρομαι για την συμπαράσταση και το ενδιαφέρον που συνεχίζουν να μου δίνουν οι πνευματικοί μου αδελφοί, καθώς αποβλέπω με ιδιαίτερη προσδοκία στο νέο κόσμο του Θεού, όταν «κανένας κάτοικος δεν θα λέει είμαι άρρωστος». (Ησαΐας 33:24)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Το υλικό που σας παρουσιάζουμε σε αυτή την σελίδα είναι επιλεγμένο από τον επίσημο ιστότοπο των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά τον οποίο και σας προτρέπουμε να επισκέπτεστε τακτικά για την ποιότητα στην υλη που τον διακρίνει!

This is not the official website of Jehovah’s Witnesses jw.org is the official website of Jehovah's Witnesses and is the authoritative website about our beliefs, teachings, & activities.

Did you like this? Share it:

No Comments on “Η εμπειρία της Αδελφής Ευτυχίας Ποποδάκη”

Comments on this entry are closed.


Το υλικό που σας παρουσιάζουμε σε αυτή την σελίδα είναι επιλεγμένο από τον επίσημο ιστότοπο των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά τον οποίο και σας προτρέπουμε να επισκέπτεστε τακτικά για την ποιότητα στην ενημέρωση και στην υλη που τον διακρίνει!