Η μητέρα μου μού είπε συνοφρυωμένη: «Αν εμμείνεις στην απόφασή σου, θα πρέπει να φύγεις από αυτό το σπίτι». Είχα αποφασίσει να γίνω ολοχρόνιος κήρυκας της Βασιλείας του Θεού. Εντούτοις, η οικογένειά μου δεν άντεχε την ταπείνωση που υφίστατο από τις επανειλημμένες συλλήψεις μου.

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ μου ήταν ταπεινοί και θεοφοβούμενοι άνθρωποι. Ζούσαν στο χωριό Δουλιανά, στο δυτικό τμήμα της Κρήτης, όπου γεννήθηκα το 1908. Από τη νεαρή μου ηλικία με δίδασκαν να φοβάμαι και να σέβομαι τον Θεό. Αγαπούσα το Λόγο του Θεού, αν και ποτέ δεν είχα δει την Αγία Γραφή στα χέρια των δασκάλων ή των ιερέων.

Κάποιος γείτονάς μου, όταν διάβασε τους έξι τόμους των Γραφικών Μελετών, του Κ. Τ. Ρώσσελ, καθώς και το βιβλίο Η Κιθάρα του Θεού, μου μίλησε ενθουσιασμένος για το αφυπνιστικό Γραφικό περιεχόμενό τους. Αυτά τα βιβλία εκδίδονταν από τους Σπουδαστές της Γραφής, όπως αποκαλούνταν τότε οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Με χαρά, προμηθεύτηκα μια Αγία Γραφή και μερικά βιβλία από το γραφείο της Εταιρίας Σκοπιά στην Αθήνα. Θυμάμαι ακόμη τον καιρό που καθόμασταν ως αργά τη νύχτα με εκείνον το γείτονα, προσευχόμενοι στον Ιεχωβά και μελετώντας βαθιά τις Γραφές υπό το φως των κεριών με τη βοήθεια εκείνων των εντύπων.

Ήμουν 20 ετών και υπηρετούσα ως δάσκαλος σε ένα γειτονικό χωριό όταν άρχισα να μεταδίδω στους άλλους τη νεοαποκτημένη Βιβλική μου γνώση. Σύντομα, συγκεντρωνόμασταν τέσσερα άτομα στα Δουλιανά και διεξήγαμε τακτικές συναθροίσεις για μελέτη της Αγίας Γραφής. Επίσης διανέμαμε φυλλάδια, βιβλιάρια, βιβλία και Άγιες Γραφές με σκοπό να βοηθήσουμε και άλλους ανθρώπους να μάθουν για τη μοναδική ελπίδα της ανθρωπότητας, τη Βασιλεία του Θεού.

Το 1931, ήμασταν ανάμεσα στα χιλιάδες άτομα που υιοθέτησαν παγκόσμια το βασισμένο στην Αγία Γραφή όνομα Μάρτυρες του Ιεχωβά. (Ησαΐας 43:10) Το επόμενο έτος λάβαμε μέρος σε μια εκστρατεία πληροφόρησης, εξηγώντας στις αρχές το καινούριο μας όνομα και τη σημασία του. Αυτό περιλάμβανε τη διανομή ενός επεξηγηματικού βιβλιαρίου σε κάθε ιερέα, δικαστή, αστυνομικό και επιχειρηματία της περιοχής μας.

Όπως αναμενόταν, ο κλήρος ξεσήκωσε κύμα διωγμού. Την πρώτη φορά που με συνέλαβαν, καταδικάστηκα σε 20 ημέρες φυλάκιση. Λίγο μετά την αποφυλάκισή μου, με συνέλαβαν ξανά και καταδικάστηκα σε ένα μήνα φυλάκιση. Όταν κάποιος δικαστής απαίτησε να σταματήσουμε το κήρυγμα, απαντήσαμε με τα λόγια του εδαφίου Πράξεις 5:29: «Πρέπει να υπακούμε στον Θεό ως άρχοντα μάλλον παρά στους ανθρώπους». Αργότερα, το 1932, βαφτιστήκαμε και οι τέσσερις όταν ένας εκπρόσωπος της Εταιρίας Σκοπιά επισκέφτηκε το μικρό μας όμιλο στα Δουλιανά.

Βρίσκω μια Πνευματική Οικογένεια

Λόγω της επιθυμίας που είχα να κάνω περισσότερα στο έργο κηρύγματος, παραιτήθηκα από τη θέση μου ως δασκάλου. Αυτό δεν μπόρεσε να το αντέξει η μητέρα μου. Μου ζήτησε να φύγω από το σπίτι. Με την έγκριση του γραφείου τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στην Αθήνα, ένας γενναιόδωρος Χριστιανός αδελφός που έμενε στο Ηράκλειο με δέχτηκε ευχαρίστως στο σπίτι του. Έτσι, τον Αύγουστο του 1933, οι αδελφοί που έμεναν στο χωριό μου, καθώς και μερικά ενδιαφερόμενα άτομα, ήρθαν ως το σταθμό του λεωφορείου για να με αποχαιρετήσουν. Η στιγμή εκείνη ήταν πολύ συγκινητική και όλοι κλαίγαμε, καθώς δεν ήμασταν βέβαιοι για το πότε θα βλέπαμε ξανά ο ένας τον άλλον.

Στο Ηράκλειο, έγινα μέρος μιας στοργικής πνευματικής οικογένειας. Υπήρχαν άλλοι τέσσερις Χριστιανοί αδελφοί, τρεις άντρες και μια γυναίκα, με τους οποίους συναθροιζόμασταν τακτικά για μελέτη και λατρεία. Μπορούσα να δω από πρώτο χέρι την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Ιησού: «Δεν υπάρχει κανείς που να άφησε σπίτι ή αδελφούς ή αδελφές ή μητέρα ή πατέρα ή παιδιά ή κτήματα για χάρη μου και για χάρη των καλών νέων, ο οποίος δεν θα πάρει εκατονταπλάσια τώρα, σε αυτή τη χρονική περίοδο, σπίτια και αδελφούς και αδελφές και μητέρες». (Μάρκος 10:29, 30) Διορίστηκα να κηρύττω σε εκείνη την πόλη και στα γειτονικά χωριά. Όταν κάλυψα την πόλη, συνέχισα το κήρυγμα στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου.

Μόνος στο Έργο Σκαπανέα

Δαπανούσα πολλές ώρες πεζοπορώντας από χωριό σε χωριό. Επιπλέον, χρειαζόταν να μεταφέρω αρκετά κιλά έντυπη ύλη, εφόσον ο ανεφοδιασμός σε έντυπα δεν γινόταν τακτικά. Επειδή δεν είχα πουθενά να κοιμηθώ, πήγαινα σε κάποιο καφενείο στο χωριό, περίμενα ωσότου φύγει και ο τελευταίος πελάτης—συνήθως μετά τα μεσάνυχτα—κοιμόμουν σε έναν καναπέ, και σηκωνόμουν πολύ νωρίς το επόμενο πρωί προτού ο ιδιοκτήτης αρχίσει να εξυπηρετεί τους πελάτες. Στον ίδιο καναπέ «κοιμούνταν» και αναρίθμητοι ψύλλοι.

Παρ’ όλο που οι άνθρωποι ήταν συνήθως ψυχροί, ήμουν ευτυχής επειδή πρόσφερα στον Ιεχωβά το νεανικό μου σφρίγος. Όταν έβρισκα κάποιο άτομο που ενδιαφερόταν για τη Βιβλική αλήθεια, ανανεωνόταν η αποφασιστικότητά μου με την οποία συνέχιζα αυτή τη ζωοσωτήρια διακονία. Η συναναστροφή με τους πνευματικούς αδελφούς μου ήταν επίσης αναζωογονητική. Συνήθως τους συναντούσα όταν επέστρεφα, κάθε 20 ως 50 ημέρες, ανάλογα με το πόσο μακριά από το Ηράκλειο κήρυττα.

Θυμάμαι ακόμη πολύ έντονα πόσο μόνος ένιωθα κάποιο απόγευμα, ιδιαίτερα καθώς σκεφτόμουν ότι οι Χριστιανοί αδελφοί και αδελφές μου στο Ηράκλειο θα είχαν εκείνο το βράδυ την τακτική τους συνάθροιση. Επιθυμούσα τόσο πολύ να τους δω ώστε αποφάσισα να διανύσω με τα πόδια τα 25 και πλέον χιλιόμετρα που μας χώριζαν. Ποτέ δεν έχω περπατήσει τόσο γρήγορα. Πόση παρηγοριά μού έδωσε η γλυκιά συναναστροφή των αδελφών μου εκείνο το βράδυ καθώς και το ότι μπόρεσα να ανανεώσω τα πνευματικά μου αποθέματα!

Σύντομα, οι επίπονες προσπάθειές μου στο κήρυγμα άρχισαν να αποφέρουν καρπό. Όπως και στις ημέρες των αποστόλων, “ο Ιεχωβά πρόσθετε σε εμάς εκείνους που σώζονταν”. (Πράξεις 2:47) Ο αριθμός των λάτρεων του Ιεχωβά άρχισε να αυξάνει στην Κρήτη. Καθώς με συνόδευαν και άλλοι στη διακονία, δεν ένιωθα πια μόνος. Υπομέναμε σωματικές κακουχίες και σφοδρή εναντίωση. Η καθημερινή μας τροφή ήταν το ψωμί, και ως συμπλήρωμα τρώγαμε αβγά, ελιές ή χόρτα τα οποία παίρναμε μερικές φορές ως αντάλλαγμα για τα έντυπα που δέχονταν εκείνοι στους οποίους κηρύτταμε.

Στην Ιεράπετρα, στο νοτιοανατολικό μέρος της Κρήτης, έδωσα μαρτυρία στον Μίνωα Κοκκινάκη, έναν υφασματέμπορο. Παρά τις επίμονες προσπάθειες που κατέβαλλα για να αρχίσω Γραφική μελέτη μαζί του, δεν είχε χρόνο λόγω του πολυάσχολου τρόπου ζωής του. Εντούτοις, όταν τελικά αποφάσισε να πάρει το ζήτημα της μελέτης του στα σοβαρά, έκανε ριζικές αλλαγές στη ζωή του. Έγινε επίσης πολύ ζηλωτής και δραστήριος διαγγελέας των καλών νέων. Ο Εμμανουήλ Πατεράκης, ένας 18χρονος υπάλληλος του Κοκκινάκη, εντυπωσιάστηκε από αυτές τις αλλαγές και σύντομα ζήτησε Βιβλικά έντυπα. Πόσο χαιρόμουν βλέποντάς τον να κάνει σταθερή πνευματική πρόοδο και τελικά να γίνεται ιεραπόστολος!

Στο μεταξύ, η εκκλησία που υπήρχε στο χωριό μου συνέχισε να αυξάνεται και τώρα είχε 14 ευαγγελιζομένους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα κατά την οποία διάβασα την επιστολή που μου είχε στείλει η σαρκική μου αδελφή, η Δέσποινα, με την οποία με πληροφορούσε ότι τόσο εκείνη όσο και οι γονείς μου είχαν δεχτεί την αλήθεια και τώρα ήταν βαφτισμένοι λάτρεις του Ιεχωβά!

Υπομένω Διωγμό και Εξορία

Η Ορθόδοξη Εκκλησία άρχισε να βλέπει το έργο μας κηρύγματος σαν μια πληγή από ερημωτικές ακρίδες, και ήταν αποφασισμένη να μας συντρίψει. Το Μάρτιο του 1938, οδηγήθηκα στον εισαγγελέα, ο οποίος μου ζήτησε να φύγω αμέσως από την περιοχή. Απάντησα ότι το έργο μας κηρύγματος στην πραγματικότητα ήταν ωφέλιμο και ότι μας είχε ανατεθεί από μια υψηλότερη εξουσία, τον Βασιλιά μας Ιησού Χριστό.—Ματθαίος 28:19, 20· Πράξεις 1:8.

Την επομένη, με κάλεσαν στο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Εκεί με πληροφόρησαν ότι με θεωρούσαν δημόσιο κίνδυνο και με καταδίκασαν σε εξορία ενός έτους στο νησί Αμοργός. Έπειτα από λίγες ημέρες, με οδήγησαν με χειροπέδες ακτοπλοϊκώς σε αυτό το νησί. Στην Αμοργό δεν υπήρχαν άλλοι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν, έπειτα από έξι μήνες, έμαθα ότι στο ίδιο νησί είχε εξοριστεί και άλλος ένας Μάρτυρας! Ποιος; Ο Μίνως Κοκκινάκης, αυτός με τον οποίο μελετούσα την Αγία Γραφή στην Κρήτη. Πόσο χαιρόμουν που είχα μια πνευματική συντροφιά! Λίγο αργότερα, είχα το προνόμιο να τον βαφτίσω στα νερά της Αμοργού.

Λίγο μετά την επιστροφή μου στην Κρήτη με συνέλαβαν ξανά, και αυτή τη φορά με εξόρισαν έξι μήνες στη Νεάπολη, μια κωμόπολη του νησιού. Στο τέλος της εξάμηνης εξορίας μου, με συνέλαβαν, με φυλάκισαν δέκα ημέρες και κατόπιν με έστειλαν τέσσερις μήνες σε ένα νησί όπου κρατούνταν οι εξόριστοι κομμουνιστές. Κατάλαβα πόσο αληθινά ήταν τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Όλοι όσοι θέλουν να ζουν με θεοσεβή αφοσίωση σε σχέση με τον Χριστό Ιησού θα υποστούν διωγμό».—2 Τιμόθεο 3:12.

Αύξηση Παρά την Εναντίωση

Όταν η Ελλάδα βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή, τα έτη 1940-1944, το έργο μας κηρύγματος σχεδόν σταμάτησε. Εντούτοις, ο λαός του Ιεχωβά στην Ελλάδα αναδιοργανώθηκε γρήγορα, και αρχίσαμε ξανά το έργο μας κηρύγματος. Προσπαθώντας να αναπληρώσουμε το χαμένο χρόνο, ενασχολούμασταν δραστήρια και γεμάτοι ζήλο με την υπηρεσία της Βασιλείας.

Όπως αναμενόταν, η θρησκευτική εναντίωση αναζωπυρώθηκε. Πολύ συχνά, οι ιερείς έπαιρναν το νόμο στα χέρια τους. Σε ένα χωριό, κάποιος ιερέας ξεσήκωσε οχλοκρατία εναντίον μας. Ο ίδιος ο ιερέας άρχισε να με χτυπάει, και ο γιος του από πίσω έκανε το ίδιο. Έτρεξα να προστατευτώ σε ένα κοντινό σπίτι, ενώ το συνεργάτη μου στο έργο τον έσυραν στην πλατεία του χωριού. Εκεί, ο όχλος έσκισε τα έντυπά του και μια γυναίκα φώναζε από το μπαλκόνι της: «Σκοτώστε τον!» Τελικά, ένας γιατρός και ένας περαστικός αστυνομικός μάς προστάτεψαν.

Αργότερα, το 1952, με συνέλαβαν ξανά και καταδικάστηκα σε τέσσερις μήνες εξορία στο Καστέλι Κισσάμου. Αμέσως μετά, εκπαιδεύτηκα για να επισκέπτομαι τις εκκλησίες και να τις ενισχύω πνευματικά. Έπειτα από δύο χρόνια στο έργο περιοδεύοντα επισκόπου, παντρεύτηκα μια πιστή Χριστιανή αδελφή ονόματι Δέσποινα, όπως λεγόταν και η σαρκική αδελφή μου, η οποία όλο αυτόν τον καιρό έχει υπηρετήσει όσια τον Ιεχωβά. Μετά το γάμο μας, διορίστηκα ειδικός σκαπανέας στα Χανιά, όπου εξακολουθώ να υπηρετώ.

Στη διάρκεια των περίπου 70 ετών κατά τα οποία ενασχολούμαι με την ολοχρόνια υπηρεσία, έχω καλύψει το μεγαλύτερο τμήμα της Κρήτης—ένα νησί με έκταση 8.300 τετραγωνικά χιλιόμετρα και μήκος περίπου 250 χιλιόμετρα. Η μεγαλύτερη χαρά μου ήταν να δω τους λιγοστούς Μάρτυρες που υπήρχαν σε αυτό το νησί στη δεκαετία του 1930 να γίνονται 1.100 και πλέον δραστήριοι διαγγελείς της Βασιλείας του Θεού σήμερα. Ευχαριστώ τον Ιεχωβά που μου έδωσε την ευκαιρία να συμβάλω στο να βοηθηθούν πολλά από αυτά τα άτομα να αποκτήσουν ακριβή γνώση από την Αγία Γραφή καθώς και μια θαυμάσια ελπίδα για το μέλλον.

Ο Ιεχωβά, “Αυτός που Προμηθεύει Διαφυγή”

Η πείρα με έχει διδάξει ότι χρειάζεται εμμονή και υπομονή προκειμένου να βοηθηθούν οι άνθρωποι να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό. Ο Ιεχωβά δίνει με γενναιοδωρία αυτές τις τόσο αναγκαίες ιδιότητες. Στη διάρκεια των 67 ετών κατά τα οποία βρίσκομαι στην ολοχρόνια υπηρεσία, έχω κάνει επανειλημμένα συλλογισμούς γύρω από τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Με κάθε τρόπο συνιστούμε τους εαυτούς μας ως διακόνους του Θεού: με το να υπομένουμε πολλά, με θλίψεις, με περιπτώσεις ανάγκης, με δυσκολίες, με ξυλοδαρμούς, με φυλακές, με ταραχές, με κόπους, με νύχτες αγρύπνιας, με περιόδους χωρίς τροφή». (2 Κορινθίους 6:4, 5) Ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια της υπηρεσίας μου, βρισκόμουν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση. Εντούτοις, ο Ιεχωβά ποτέ δεν εγκατέλειψε εμένα και την οικογένειά μου. Έχει αποδειχτεί συνεπής και ισχυρός Βοηθός. (Εβραίους 13:5, 6) Πάντα βλέπαμε το στοργικό του χέρι, τόσο στη σύναξη των προβάτων του όσο και στην κάλυψη των αναγκών μας.

Όταν κοιτάζω πίσω και βλέπω ότι, με πνευματική έννοια, η έρημος έχει ανθίσει, είμαι πεπεισμένος πως το έργο μου δεν έγινε μάταια. Διέθεσα το νεανικό μου σφρίγος με τον πιο επωφελή τρόπο. Η σταδιοδρομία μου στην ολοχρόνια διακονία υπήρξε πιο αξιόλογη από οποιαδήποτε άλλη επιδίωξη. Τώρα που βρίσκομαι σε προχωρημένη ηλικία, μπορώ να ενθαρρύνω με όλη μου την καρδιά τους νεότερους να “θυμούνται τον Μεγαλειώδη Δημιουργό τους στις ημέρες της νεαρής τους ηλικίας”.—Εκκλησιαστής 12:1.

Παρά τα 91 μου χρόνια, μπορώ ακόμη να αφιερώνω 120 και πλέον ώρες κάθε μήνα στο έργο κηρύγματος. Σηκώνομαι καθημερινά στις 7:30 π.μ. και δίνω μαρτυρία στους ανθρώπους που συναντώ στο δρόμο, στα καταστήματα και στα πάρκα. Κατά μέσο όρο, δίνω 150 περιοδικά το μήνα. Τα προβλήματα ακοής και μνήμης που αντιμετωπίζω μου δυσκολεύουν τη ζωή, αλλά οι στοργικοί πνευματικοί αδελφοί και αδελφές μου—η μεγάλη πνευματική μου οικογένεια—καθώς και οι οικογένειες των δύο θυγατέρων μου έχουν αποδειχτεί αληθινό στήριγμα.

Πάνω από όλα, έχω μάθει να θέτω την εμπιστοσύνη μου στον Ιεχωβά. Εκείνος πάντοτε αποδεικνυόταν «ο απόκρημνος βράχος μου και το οχυρό μου, Αυτός που μου προμηθεύει διαφυγή».—Ψαλμός 18:2.

ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΦΗΓΗΘΗΚΕ Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΛΙΟΝΟΥΔΑΚΗΣ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Το υλικό που σας παρουσιάζουμε σε αυτή την σελίδα είναι επιλεγμένο από τον επίσημο ιστότοπο των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά τον οποίο και σας προτρέπουμε να επισκέπτεστε τακτικά για την ποιότητα στην υλη που τον διακρίνει!

This is not the official website of Jehovah’s Witnesses jw.org is the official website of Jehovah's Witnesses and is the authoritative website about our beliefs, teachings, & activities.

Did you like this? Share it:

No Comments on “Ο Ιεχωβά Είναι ο Απόκρημνος Βράχος Μου”

Comments on this entry are closed.


Το υλικό που σας παρουσιάζουμε σε αυτή την σελίδα είναι επιλεγμένο από τον επίσημο ιστότοπο των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά τον οποίο και σας προτρέπουμε να επισκέπτεστε τακτικά για την ποιότητα στην ενημέρωση και στην υλη που τον διακρίνει!